Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Αλή Πασάς εναντίον αρματολών καί Σουλιωτών

 
Εκείνη τήν εποχή αναδείχθηκε μία επληκτική καί συνάμα τρομερή μορφή πού σημάδεψε μέ τό πέρασμά της τήν Ήπειρο, τήν Αρβανιτιά, τήν Μακεδονία, τήν θεσσαλία αλλά καί τήν Ρωμιοσύνη ολάκερη. Επρόκειτω γιά τόν Αλή πασά τόν Τεπελενλή, τό λιοντάρι της Ηπείρου. Ξεκίνησε πεντάφτωχος καί κατέληξε νά έχει συλλέξει θησαυρούς αμέτρητους, από άσημος κατάφερε νά τόν τρέμουν οι αγάδες καί οι βεζύρηδες, από άστεγος κατέληξε νά έχει στήν κατοχή του πλήθος από παλάτια καί σεράγια, γεμάτα μέ γυναίκες καί σκλάβους. Ογάνωσε μεγάλες εκστρατείες εκμηδενίζοντας τελικά όλους τούς εχθρούς του, από αγράμματος έφτασε νά γίνει ένας τέλειος διπλωμάτης ξεγελώντας Γάλλους, Αγγλους καί Ρώσσους, κλονίζοντας ταυτόχρονα καί τά θεμέλια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο δρόμος του όμως πρός τήν δόξα καί τά πλούτη ήταν στρωμένος μέ αμέτρητα κουφάρια, όπως είχε εκμυστηρευτεί καί ο ίδιος στόν Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ. Είχε θανατώσει τόσους, αρχίζοντας από τούς στενούς του συγγενείς καί όποιον στήν συνέχεια τολμούσε νά μπεί εμπόδιο στα σχέδιά του, ενώ είχε επινοήσει αμέτρητους τρόπους βασανιστηρίων γιά τά θύματά του. Οταν χαμογελούσε, όλοι πάγωναν γύρω του, γιατί με αυτό τό χαμόγελο σφράγιζε τήν θανατική καταδίκη κάποιου φίλου ή εχθρού. (Τέτοια τέρατα γεννούσε τό οθωμανικό σύστημα, ένα σύστημα τό οποίο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εξυμνεί μέσα από τά σχολικά βιβλία, μέ συμπαραστάτες τά άλλα δύο κόμματα πού έχουν δηλώσει πίστη στήν παγκοσμιοποίηση, τό ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη καί τόν πραγματικό εξουσιαστή της ελληνικής κοινωνίας, τόν Συνασπισμό. Τέτοια θηρία γεννούσε τό οθωμανικό σύστημα, ένα σύστημα πού ο πάμπλουτος εκδότης της Ελευθεροτυπίας Φυντανίδης, φαίνεται νά τό νοσταλγεί αφού τό χαρακτηρίζει ανεκτικό καί πολυπολιτισμικό...)

Εντός της οθωμανικής επικράτειας, έξω από τά Γιάννενα, βρισκόταν η μοναδική δημοκρατική κοινωνία εκείνης της εποχής, τό Σούλι. Ηταν ένα κράτος μέσα σέ ένα κράτος, μόνο πού οι κάτοικοί του ήταν ελεύθεροι, υπερήφανοι καί ανυπότακτοι. Κάποιοι τούς λένε Αρβανίτες, κάποιοι τούς λένε Ελληνες, τό σίγουρο όμως είναι ότι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι πού δέν ανέχονταν νά ζούν κάτω από τή βαρβαρότητα του οθωμανικού ζυγού καί φτιάξανε τέσσερες αετοφωλιές, τέσσερα χωριουδάκια, τό Κακοσούλι, τή Σαμονίβα, τό Αβαρίκο καί τήν Κιάφα όπου κράτησαν άσβεστη τή φλόγα της παλληκαριάς καί της λευτεριάς. Σύμφωνα μέ τόν Περραιβό πού τούς μύησε στήν Φιλική Εταιρεία: "..όστις ανέγνωσε τήν παλαιάν ιστορίαν της Σπάρτης, αναγνώση δέ καί τήν νέαν των Σουλλιωτών, θ'απαντήσει, πολλάς ηρωϊκάς πράξεις ανδρών τε, καί γυναικών εφαμίλλους ταις των Σπαρτιατών..." Η δημοκρατία του Σουλίου είχε Γερουσία πού δίκαζε σύμφωνα μέ τό βυζαντινό δίκαιο του Αρμενόπουλου, Εκκλησία του Δήμου που αποφάσιζε γιά ειρήνη καί πόλεμο καί τέλος είχε τόν πολέμαρχο ο οποίος ήταν ή ένας Μπότσαρης ή ένας Τζαβέλλας. Ολους τούς πολέμους πού έκαναν οι Σουλιώτες εναντίον των πασάδων τούς κέρδισαν καί στήν εποχή της ακμής τους εξουσίαζαν πάνω από εκατό χωριά, ενώ όλοι οι αγάδες τούς πλήρωναν φόρο υποτέλειας. Ολα αυτά μέχρι πού βρέθηκαν αντιμέτωποι μέ τόν Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Ο Αλή πασάς είχε βάλει σάν στόχο νά απαλλαγεί από αυτή τήν σφηκοφωλιά πού είχε στό πασαλίκι του καί η πρώτη του σοβαρή προσπάθεια έγινε στά Μόσχω καί Λάμπρος Τζαβέλας 1792. Ξεκίνησε μέ ένα γράμμα πού έστειλε στούς Σουλιώτες οπλαρχηγούς, καλώντας τους νά ενώσουν τίς δυνάμεις τους γιά νά κτυπήσουν τούς μπέηδες στό Μπεράτι καί τό Δέλβινο. Πράγματι ο πασάς είχε συγκεντρώσει δέκα χιλιάδες άνδρες μέ πραγματικό στόχο όμως, τό Σούλι καί όχι τούς Αλβανούς μπέηδες. Οι Σουλιώτες μόλις έλαβαν τήν επιστολή, μαζεύτηκαν στόν ʼη Δονάτο, όπου συνεδρίαζε η Εκκλησία του Δήμου, καί μέ προεδρεύοντα τόν Γιώργο Μπότσαρη, αποφάσισαν νά στείλουν μικρή δύναμη εβδομήντα ανδρών στόν Αλή, ώστε καί νά του ικανοποιήσουν τήν επιθυμία αλλά ταυτόχρονα νά μήν αδυνατίσουν τό Σούλι από μαχητές. Πράγματι τό μικρό σώμα των Σουλιωτών, μέ αρχηγό τόν Λάμπρο Τζαβέλα καί τό νεαρό γιά του Φώτο, ενώθηκε με τίς δυνάμεις του πασα στή Ζήτσα. Ο πονηρός πασάς αγκάλιασε φιλικά τόν Τζαβέλλα καί αφού γλεντήσαν, αποφάσισαν νά γίνουν αγώνες στό πήδημα καί στό λιθάρι, μεταξύ των Τουρκαλβανών του Αλή καί των Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες άφησαν τά όπλα τους καί άρχισαν να αγωνίζονται, μέχρι πού αφοπλισμένους πλέον τούς συνέλαβε ο Αλής, μέ εξαίρεση έναν ανώνυμο Σουλιώτη ο οποίος πρόλαβε καί βούτηξε στό κρύο ποτάμι καί παρά τίς δεκάδες σφαίρες πού του έριξαν, κατάφερε νά φτάσει στόν Γιώργο Μπότσαρη καί νά τόν ειδοποιήσει γιά τόν κίνδυνο πού πλησίαζε.
Οι Τουρκαλβανοί σίγουροι ότι ο Σουλιώτης είχε πνιγεί, μπήκαν στά έρημα Σουλιωτοχώρια καί ξαφνικά δέχτηκαν βροχή από σφαίρες. Ο αιφνιδιασμός είχε αποτύχει. Απελπισμένος ο Αλής έφερε τόν Λάμπρο Τζαβέλα και τάζοντάς του χιλιάδες γρόσια, τόν κάλεσε νά πάει στούς συμπατριώτες του γιά νά τούς πείσει νά παραδοθούν. Ο Τζαβέλας έδωσε "μπέσα" καί φθάνοντας στό Σούλι, έκανε ακριβώς τά αντίθετα, οργανώνοντας περαιτέρω τήν άμυνα καί εμψυχώνοντας τους αδελφούς του.

Στίς 20 του Ιούλη, ανήμερα του Αη Λιά, χιλιάδες Τουρκαλβανοί μέ αρχηγό τόν Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκαν μέ αλλαλαγμούς εναντίον των Σουλιωτών, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τό Σούλλι, τή Σαμωνίβα καί τό Ναβαρίκο καί είχαν οχυρωθεί στήν Κιάφα. Ας αφήσουμε όμως τόν γλαφυρότατο Σπύρο Μελά νά περιγράψει τή μάχη: "Οι Σουλιώτες δεχόντανε τίς απανωτές εφόδους μ'ακατάπαυστη φωτιά, πού αραίωνε φοβερά τό στρατό του Αλή. Τά πιό διαλεκτά παληκάρια πέσανε κατά από τά μάτια του Ομέρ Βρυώνη. Ωρες κι ώρες βρέχαν οι Αρβανιτάδες τ'άγρια βράχια μέ τό αίμα τους, χωρίς νά μπορέσουν να κερδίσουν ούτε πιθαμή. Ηταν μεσημέρι, καιγόταν η σιδερόπετρα, ο αέρας είχε ανάψει από τόν ήλιο καί τό ντουφεκίδι, η λαύρα κυμάτιζε καυτερή πάνω από τό λιθάρι καί τό ξερό χορτάρι καί θάμπωνε τά μάτια καί έλιωνε τά κορμιά. Τά ντουφέκια όμως ανάψανε, αραίωσε τό ντουφεκίδι, σβήσανε οι κρότοι, σκόρπισαν οι καπνοί καί μιά παράξενη σιγαλιά απλώθηκε. Τότε γίνηκε κάτι αναπάντεχο πούκρινε τή μάχη. Οι γυναίκες πούχανε καταφύγει μέ τά παιδιά τους στά απάτητα ψηλώματα της Κιάφας, μήν ακούγοντας ούτε ντουφέκι, ούτε φωνή πολεμική, θαρρέψανε πως οι άντρες τους χάσανε τόν αγώνα. Τότε η Μόσχω του Λάμπρου, ψυχή γεμάτη φλόγα, γυναίκα μέ αντρίκιο φρόνημα, έμπηξε φωνή:
- Τί καθόμαστε, απάνω στά σκυλιά."


Η ξαφνική εμφάνιση των Σουλιωτισών, ξάφνιασε τούς Τουρκαλβανούς καί ανάγκασε τούς Σουλιώτες νά ξεχυθούν μέ τά γιαταγάνια στά χέρια. Τρείς χιλιάδες εχθρικά κουφάρια γέμισαν τά Σουλιώτικα βουνά, ενώ ο Αλής παρατώντας τή σκηνή του ανέβηκε στό άλογό του καί εξαφανίσθηκε μέ τή συνοδεία του. Στή συνέχεια, απελευθέρωσε τόν Φώτο καί τούς υπόλοιπους ομήρους καί έγινε φόρου υποτελής στούς Σουλιώτες, αναγνωρίζοντάς τους τό δικαίωμα νά ζούν ελεύθεροι στήν πολιτεία τους.
"Αλή Πασά, χαίρομαι οπού εγέλασα ένα δόλιον, ειμ'εδώ νά διαφεντεύσω τήν Πατρίδα μου εναντίον εις ένα κλέπτην, ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως απελπίστως θέλω τόν εκδικήσω πρίν ν'αποθάνω, κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή, ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας μέ τό νά θυσιάσω τόν υιό μου διά τόν εδικόν μου λυτρωμόν αποκρίνομαι, ότι εάν εσύ πάρης τό Βουνόν θέλεις σκοτώσει τόν υιόν μου μέ τό επίλοιπον της φαμελίας μου, καί τούς συμπατριώτας μου, τότε δέν θά ημπορέσω νά εκδικήσω τόν θάνατόν του, αμμή αν νικήσωμεν, θέλει έχω καί άλλα παιδία, η γυναίκα μου είναι νέα, εάν ο υιός μου νέος, καθώς είναι, δέν μένη ευχαριστημένος ν'αποθάνη διά τήν πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος νά ζήση, καί νά γνωρίζεται ως υιός μου, προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος νά εκδικηθώ.
Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου
Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας."
Τό 1797 ο Μέγας Ναπολέων ο Βοναπάρτης κατέλαβε από τούς Βενετούς τά Επτάνησα καί τίς πόλεις της Ηπείρου Βουθρωτό, Πάργα, Πρέβεζα καί Βόνιτσα. Ο Αλής, πού γνώριζε άριστα την ευρωπαϊκή διπλωματία, φάνηκε φιλικά πρός τούς Γάλλους, περιμένοντας τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά αρπάξει τίς κτήσεις τους. Ξεκίνησε από τήν πάντα ανυπότακτη Χειμάρρα, πού ανήκε στό πασαλίκι του Δέλβινου, στέλνοντας τόν Γιουσούφ Αράπη μέ τρείς χιλιάδες στρατό, ο οποίος επιτέθηκε τήν ώρα πού οι Ρωμηοί ήταν στίς εκκλησίες γιά νά γιορτάσουν τήν Ανάσταση. Παραθέτω τήν αφήγηση του ιστορικού Σπύρου Μελά: "Ξημέρωνε Λαμπρή. Οι πληθυσμοί, ανύποπτοι, στίς εκκλησιές, γιορτάζανε τήν Ανάσταση του Κυρίου. Ο Γιουσούφ Αράπης μοίρασε τούς Αρβανιτάδες στά χωριά, ζώσανε τίς εκκλησίες, ορμήσανε μ'αλαλαγμούς καί γυμνά γιαταγάνια, σφάξανε τούς χριστιανούς άντρες, γυναίκες, παιδιά, βάψανε πατώματα κι'άγιες τράπεζες μέ τό αίμα των πιστών. Υστερα πήγαν στά σπίτια κάνανε πλιάτσικο καί τάκαψαν. Τρείς χιλιάδες μακελέψανε, από μία μεγάλη ελιά κρεμάσανε μιά φαμελιά μέ δεκατέσσερα πρόσωπα. Τήν ώρα πού γυρίζανε οι βάρβαροι, μετά τό μακελειό στή Σαλαώρα, ξεφωνητά φρίκης από τήν παραλία δεχτήκανε τόν στόλο του Γιουσούφ. Είχε στολίσει τά καΐκια μέ τά κομμένα κεφάλια των Χειμαρριωτών, αιμοστάλακτα καί απαίσια."

Τό 1798, ο φοβερός Αρβανίτης επιτέθηκε εντελώς αιφνιδιαστικά στίς γαλλικές κτήσεις, κατετρόπωσε μέ τό ιππικό του, πού οδηγουσε ο γιός του ο Μουχτάρ, τούς Γάλλους καί τούς Ελληνες στήν μάχη της Νικόπολης καί κατέλαβε τήν Πρέβεζα. Η τύχη των αιχμαλώτων ήταν φρικτή. Τούς υποχρέωσαν νά μπούν στήν σειρά καί νά περνούν ένας ένας από τό σπαθί του δήμιου, του Οσμάν Αράπη, ο οποίος μέ μία σπαθιά χώριζε τό κεφάλι από τό υπόλοιπο σώμα. Τά κεφάλια τά παστώσανε μέ αλάτι καί τά στείλανε στόν σουλτάνο, ο οποίος συνεχάρη τόν Αλή γιά τίς επιτυχίες του καί από τότε τον ονόμαζε "Ασλάνη" δηλαδή λεοντάρι, ενώ τόν τίμησε με τόν βαθμό "Κιλίτζ Καφτάν", ισάξιο μέ βεζίρη καί ανώτερο από όλους τούς άλλους πασάδες.

Ομως ο μεγάλος πόθος του Αλβανού ήταν το Σούλι. Δέν είχε ξεχάσει ποτέ τήν ταπεινωτική ειρήνη πού είχαν υπογράψει, καί είχε ορκιστεί νά τούς την ξεπληρώσει μέ αίμα. Ιούνης του 1800. Ο Αλής είχε μαζέψει δεκαπέντε χιλιάδες μαχητές, διαδίδοντας ότι θά εκστρατεύσει κατά των Γάλλων στήν Αίγυπτο. Ηδη ο γέρο Μπότσαρης είχε εγκαταλείψει τό Σούλι μέ όλη του τή φάρα καί είχε εγκατασταθεί στό Βουλγαρέλι, στούς πρόποδες των Κιμερίων (Τζουμέρκα), αδυνατίζοντας τήν άμυνα της πατρίδας του. Κατά άλλους, έφυγε δυσαρεστημένος γιατί τήν αρχηγία τήν είχε αναλάβει ο νεαρός Φώτος Τζαβέλλας, γιός του Λάμπρου πού είχε στό μεταξύ πεθάνει, ενώ κατά άλλους, δωροδοκήθηκε μέ χιλιάδες γρόσια από τόν διαβόητο πασά. Τό βέβαιο είναι ότι η διχόνοια καί αργότερα η προδοσία, ανίατες ασθένειες της φυλής μας, θά ήταν οι αιτίες της πτώσης του Σουλίου. Τά οθωμανικά στρατεύματα ανεχώρησαν από τά Ιωάννινα καί στήν διαδρομή τους έγινε γνωστό ότι κατευθύνονταν νά υποτάξουν τούς γκιαούρηδες πού αψηφούσαν τό νόμο του Ισλάμ, τους άπιστους Σουλιώτες. Ο Βεζίρης θά έζωνε τό Σούλι από όλες τίς πλευρές. Ο ίδιος μέ χίλιους άντρες έστησε τό αρχηγείο του στή Λίπα. Ο Σιλιχτάρ Μπόντα μέ δύο χιλιάδες, έπιασε τό κάστρο της Μπογόρτσας, οι στρατηγοί Χατζή Μπέντο, Μπεκίρ Τζογαδώρο καί Μουσταφά Ζυγούρη μέ τρείς χιλιάδες στρατοπέδευσαν στήν Ζερμή, ενώ ένα σώμα μέ αρχηγούς τόν Γιουσούφ Αράπη, τόν Χασάν Τσαπάρη καί τόν Σουλεϊμάν Τζόπανο πέρασαν τό γεφύρι της Τσουκνίδας του Αχέροντα καί στρατοπέδευσαν στή Νεμίτσα.

Γιά τήν οργάνωση της άμυνας των Σουλιωτών, ο αυτόπτης μάρτυρας Χριστόφορος Περραιβός μας διηγείται τά ακόλουθα: Φώτος Τζαβέλας "..συναθροισθέντες άπαντες πλησίον του ναού του αγίου Γεωργίου, καί συσκεφθέντες αποφάσισαν από μικρού έως μεγάλου, ή νά νικήσωσιν, ή ν'αποθάνωσι υπέρ Πατρίδος, μιμούμενοι τούς Πατέρας, Πάππους, καί προσπάππους αυτών, ούτοι πάντες δέν ήσαν πλείονες των δύο χιλιάδων μαχητών, εξ ών οι σημαντικώτεροι ήσαν:
Φώτος Τζαβέλλας, Δήμος Δράκος, Τούσας Ζέρβας, Τζήμας Ζέρβας, Κουτζονίκας, Γκόγκας Δαγκλής, Γιαννάκης Σέχος, Κωλέτζης Φωτομάρας, Πάσχος Λάλας, Βεΐκος Ζάρμπας, Θανάσης Πάνου, Γεώργιος Μπούζμπος, Ζηγούρης Διαμαντής, Πανταζής, Δότας, Κολιοδημήτρης, Αναστάσης Βάγιας, Κίτσος Πανταζής, Γιωργάκης Μπότζης, Γεώργιος Καραμπίνης, Κίτσος Πανομάρας."
Καί όμως παρά τίς ανώτερες δυνάμεις τους, οι Τουρκαλβανοί του πασά ταπεινώθηκαν πάλι απο τούς Σουλιώτες. Διακρίθηκε ο Φώτος Τζαβέλας πού σκότωσε ο ίδιος τόν Μουσταφα Ζυγούρη σέ μία μάχη στό Σειστρούνι, αναγκάζοντας τούς εχθρούς σέ άτακτη φυγή, ενώ τρείς μέρες μετά, έπεσε σάν κεραυνός, μέσα στή βροχερή νύκτα, στό στρατόπεδο των Τσάμηδων στή Βριζάχα καί τούς εξόντωσε μέχρι ενός. Ο Αλής λύσσαξε από τό κακό του καί γύρισε στά Γιάννενα, αλλά αυτή τή φορά άφησε τά στρατεύματα στίς θέσεις τους, δίνοντας εντολές νά κατασκευαστούν πύργοι γύρω από τά Σουλιωτοχώρια, ώστε νά αποκλειστούν οι Σουλιώτες από τίς γύρω περιοχές καί ιδιαίτερα από τήν Πάργα, από όπου προμηθεύονταν τίς τροφές τους. Οι χειμώνες του 1801 καί του 1802 αποδείχτηκααν πολύ σκληροί καί αδυσώπητοι γιά τούς Σουλιώτες. Η πείνα καί το κρύο τούς θέρισε, "..τά σώματά τους εκατεστάθηκαν ξηρότατα, τά πρόσωπα κατάμαυρα, τά όμματα άγρια, τά ποδάρια κλονούμενα ένθεν κακείθεν από τήν πείναν..." (Υδρωμένος), ενώ μάταια προσπαθούσαν νά σπάσουνε τόν αποκλεισμό γιά νά προμηθευτούν λίγο αλεύρι καί λίγο καλαμπόκι. Οι συνεχείς νυκτερινές επιδρομείς κατά των πύργων πού τούς είχαν κλείσει τά περάσματα δέν απέφεραν αποτέλεσμα.

Ο Βεζύρης προσπάθησε καί μέ χρήματα νά εξαγοράσει τό Σούλι. Ο Περραιβός μάς διασώζει τήν λακωνική καί ταυτόχρονα πατριωτική απάντηση πού έδωσαν οι φτωχοί καί αγράμματοι αυτοί χωριάτες, τήν ίδια ώρα πού ψυχορραγούσαν, καί εμείς ας τήν συγκρίνουμε μέ τίς απαντήσεις καί τήν διπλωματία πού ασκούν οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων καί πάμπλουτοι ηγέτες της σύγχρονης Ελλάδας:
"Βεζύρ Αλή Πασά σέ χαιρετούμεν
Η πατρίς μας είναι ασυγκρίτως γλυκυτέρα καί από τά πουγκιά σου καί από τούς ευτυχείς τόπους, τούς οποίους υπόσχεσαι νά μας δώσης, όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δέν πωλείται, ούτ'αγοράζεται σχεδόν μέ όλους τούς θησαυρούς της γής, παρά μέ τό αίμα, καί θάνατον έως του τελευταίου Σουλλιώτου."
Τό 1803 η κατάσταση των Σουλιωτών έγινε ακόμα πιό δύσκολη. Ο παμπόνηρος Βεζύρης κάλεσε τόν Κίτσο Μπότσαρη νά πάει στό Σούλλι νά διαπραγματευτεί ειρήνη, μέ τόν όρο νά εξορισθεί ο Φώτος Τζαβέλας. Ο κρυφός του σκοπός ήταν νά σπείρει τή διχόνοια ανάμεσα στούς δύο αρχηγούς, κάτι πού τό κατάφερε, αφού ο Φώτος δυσαρεστημένος από τήν αποδοχή του σχεδίου από τούς συμπατριώτες του, πυρπόλησε τό σπίτι του καί αποχώρησε από το Σούλι μέ τήν οικογένειά του. Ο Αλής έτριβε τά χέρια του από τήν ικανοποίηση καί κάλεσε τώρα τόν Τζαβέλα στά Γιάννενα, θέτοντας νέους όρους γιά τό Σούλι. Αφού οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν έριξε τόν Φώτο στά μπουντρούμια, στερόντας τούς Σουλιώτες από τόν ικανότερο αρχηγό τους.

Τήν αρχηγία τώρα των στρατευμάτων τήν είχε αναλάβει ο άλλος γιός του βεζύρη, ο Βελής ο οποίος κατάφερε στό μεταξύ νά πατήσει τόν Αβαρίκο, τή Σαμονίβα καί τήν Κιάφα, περιορίζοντας τούς Σουλιώτες στό Κούγκι (ράχη στά αρβανίτικα) καί στά βράχια της Μπίρας (τρύπα στα αρβανίτικα). Τώρα σειρά είχε η προδοσία, η οποία θά έδινε τήν χαριστική βολή στήν ανυπότακτη καί περήφανη εκείνη γωνιά της Ηπείρου. Πήλιος Γούσης ήταν τό όνομα του προδότη, ο οποίος παρουσιάσθηκε μία νύκτα στόν Βελή καί του ζήτησε 9000 γρόσια γιά νά οδηγήσει τούς Τουρκαλβανούς του μέσα στό Σούλι, όπως καί έγινε στίς 25 του Σεπτέμβρη του 1803. Οι Σουλιώτες αιφνιδιάστηκαν καί αποτραβήχτηκαν στόν Αγιο Δονάτο, έχοντας στά νώτα τους τό Κούγκι, όπου βρισκόταν τό μικρο φρούριο της Αγίας Παρασκευής, πού είχε κατασκευάσει ο μοναχός Σαμουήλ. Ο Βελής αμέσως έστειλε κύρηκες στά Γιάννενα νά διαλαλήσουν τήν κατάληψη του Σουλίου, ο δέ πατέρας του μόλις έμαθε τά νέα, έβγαλε τόν Φώτο Τζαβέλα από τά μπουντρούμια καί κρατώντας ομήρους τήν οικογένειά του, τόν έστειλε στούς συντρόφους του γιά νά τούς πείσει νά εγκαταλείψουν μιά γιά πάντα τήν πατρίδα τους.

Ενώ ο Κίτσος Μπότσαρης καί ο γέρο Κουτσονίκας είχαν υπογράψει συνθήκη παράδοσης του Σουλίου, ο Φώτος αρνήθηκε νά προσυπογράψει καί στίς 7 του Δεκέμβρη του 1803, έδωσε στό Κούγκι τήν ύστατη μάχη, έχοντας στό πλευρό του τήν περίφημη Χάιδω Σέχου, η οποία είχε γεμίσει τά δάκτυλά της μέ τά δακτυλίδια των Τούρκων πού σκότωνε σέ κάθε μάχη. Τελικά οι Σουλιώτες, περικυκλωμένοι καί απομονωμένοι καί έχοντας στά χέρια τους γραπτές εγγυήσεις από τό βεζίρη, ότι δέν θά τούς παρενοχλούσε, αποφάσισαν νά εγκαταλείψουν τήν πολιτεία τους στίς 12 Δεκέμβρη του 1803. Οι Σουλιώτισσες πολεμούν σαν άντρες Οι φάλαγγες της εξόδου ήταν τρείς. Η πρώτη μέ αρχηγούς Δήμο Δράκο, Φώτο Τζαβέλλα, Τζήμα Ζέρβα, Γκόγκα Δαγκλή καί Πανομαρά κινήθηκε δυτικά πρός τήν Πάργα. Η δεύτερη κινήθηκε κατά τήν Πρέβεζα καί η τρίτη μέ αρχηγούς Κίτσο καί Νότη Μπότσαρη, Κουτσονίκα, Παλάσκα, Κολέτση καί Φωτομάρα κινήθηκε κατά τό Ζάλογγο. Ξεφνικά οι Σουλιώτες πού έφευγαν, άκουσαν μία τρομερή έκρηξη σάν σεισμό καί κατάλαβαν ότι ο καλόγερός τους ο Σαμουήλ δέν θά άφηνε ποτέ τό Σούλι. Θάφτηκε κάτω από τό κάστρο στό Κούγκι, παίρνοντας καί αυτός μέ τή σειρά του μία θέση στά Ηλίσια πεδία.

Τήν πρώτη φάλαγγα τή κτυπήσανε οι Αρβανίτες του Σιλλικτάρ Μπόντα, κοντά στήν Πάργα αλλά επειδή οι Σουλιώτες ήταν πολυάριθμοι καί έλαβαν βοήθεια από τούς Παργινούς κατάφεραν νά φτάσουν στή σωτηρία μέ μικρές απώλειες. Οι άλλες δύο όμως φάλαγγες των Σουλιωτών, πού ήταν καί πιό ολιγάριθμες είχαν πολύ τραγική κατάληξη. Τήν φάλαγγα των Μποτσαραίων τήν κτύπησε ο Μπεκήρ Τζογαδώρος στό Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες γιά δύο μερόνυκτα έδωσαν μάχη καί όταν τούς έλειψαν τά φυσέκια, έκαναν νυκτερινή έξοδο μέ τά σπαθιά στά χέρια. Πολλοί σκοτώθηκαν, οι αρχηγοί έσπασαν τόν κλοιό, αλλά εξήντα γυναίκες μέ τά μωρά στά χέρια δέν κατάφεραν νά ξεφύγουν καί απομονώθηκαν στήν κορυφή ενός γκρεμού. Εσυραν τότε μέ αργό ρυθμό τό χορό του θανάτου καί όποια έφτανε στά χείλη του βαράθρου, πέταγε τό παιδί της καί μετά έπεφτε καί η ίδια. Οταν οι βάρβαροι ανέβηκαν στήν κορυφή, δέν είχε μείνει ούτε μιά γυναίκα γιά νά τήν αρπάξουν. Κείτονταν όλες νεκρές στήν άβυσσο καί τό πυκνό χιόνι πού έπεφτε τίς σκέπαζε, αλλά η θύμησή τους δέν θά σκεπαστεί καί δέν πρέπει νά σκεπαστεί, όσο καί αν προσπαθήσουν οι σύγχρονοι νοσταλγοί της Οθωμανοκρατίας καί οπαδοί του πολυπολιτισμού.

Τά μαρτύρια όμως των Μποτσαραίων δέν τελείωσαν ακόμα. Ο Αλής ειδοποιημένος από άλλον προδότη, τόν Κώστα Πουλή, έστειλε τόν Αγο Μουχουρδάρη μέ επτά χιλιάδες ανδρες, γιά νά τούς αποτελειώσει. Οι Σουλιώτες, μαζί μέ τό νεαρό τότε Μάρκο (γιό του Κίτσου Μπότσαρη), ταμπουρώθηκαν στό μοναστήρι του Σέλτσου καί άντεξαν γιά τρείς μήνες τήν πολιορκία. Τόν Απρίλη όμως του 1804, άλλος προδότης, ο Γιώργης Κίριος, οδήγησε από κρυφό μονοπάτι τούς Τούρκους στό μοναστήρι. Ο Γιάννης Μπότσαρης σκοτώθηκε, ενώ ο Νότης έπεφτε μισοπεθαμένος από τίς λαβωματιές. Ακολούθησαν στιγμές φρίκης καθώς οι Τούρκοι χυμούσαν νά αρπάξουν τά γυναικόπαιδα. Η εικοσάχρονη Λένω, κόρη του Νότη, στήν όχθη του Ασπροποτάμου, σκότωσε τόν πρώτο Τούρκο πού τήν άρπαξε, ενώ μέ τόν δέυτερο Τούρκο βούτηξε μέσα στό ποτάμι καί δέν ξαναφάνηκε. Από τότε τό μέρος εκείνο έμεινε μέ τό όνομα: "Τό πήδημα της καπετάνισσας."
Αντίστοιχη ήταν καί η μοίρα όσων κινήθηκαν κατά τήν Πρέβεζα. Οι Τουρκαλβανοί τούς πρόλαβαν καί τούς επιτέθηκαν στή Ρηνιάσα. Ανάμεσα στούς Σουλιώτες ήταν η Δέσπω, γυναίκα του Γιώργη Μπότση, η οποία μαζί μέ τίς κόρες της, τίς νύφες της καί τά εγγόνια της, έντεκα συνολικά, πρόλαβε νά κλειστεί στόν Κουλά της οικογένειάς της (κουλάς σημαίνει πύργος στά τούρκικα). Οι γυναίκες πολεμήσαν σάν άνδρες τόν εχθρό, ο οποίος όμως πάτησε τόν πύργο. Η γριά Δέσπω μόλις είδε τόν πρώτο αλλόθρησκο, έριξε τό δαυλί στο μπαρούτι καί έγινε τραγούδι. "Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σέ γάμο ρίχνονται, μήνα σέ χαροκόπι;
Ούτε σέ γάμο ρίχνονται, ούτε σέ χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο μέ νύφες καί μ'αγγόνια.
Αρβανιτιά τήν πλάκωσε στου Δημουλά τόν πύργο.
-Γιώργαινα, ρίξε τ'άρματα, δέν είναι δώ τό Σούλι.
Εδώ 'σαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
-Τό Σούλι κι'αν προσκύνησε κι'αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω στό χέρι άρπαξε, κόρες καί νύφες κράζει:
-Σκλάβες Τουρκών μή ζήσουμε παιδιά μαζί μ'ελάτε!
καί τά φυσέκια τ'άναψε κι'όλες φωτιά γινήκαν."
Αλλες εστίες αντίστασης της Ρωμιοσύνης βρίσκονταν στή Ρούμελη, τή Θεσσαλία καί τή Μακεδονία. Οι κλέφτες του Ολύμπου καί οι αρματολοί των Αγράφων αψηφούσαν τούς νόμους των πασσάδων καί πολεμούσαν τήν Τουρκιά. Ενας από αυτούς ήταν ο παπά Θύμιος Μπαχλάβας. Κατάγοταν από ένα χωριό της Καλαμπάκας καί μαζί μέ τά αδέλφια του Δημήτρη καί Θόδωρο κυριάρχησαν στά Χάσια αλλά καί στόν Όλυμπο. Ο Αλής όμως έστειλε αλλεπάλληλα στίφη Αλβανών γιά νά τόν κτυπήσει καί ο παπα Θύμιος κατέφυγε στή Σκιάθο, όπου μαζί μέ Νικοτσάρα, Σταθά, Ρομφέη, Κολοκοτρώνη, Λάζο καί άλλους οπλαρχηγούς οργάνωσαν πειρατικό στόλο κτυπούσαν τούρκικα πλοία, έκαναν επιδρομές στά παράλια της Μικράς Ασίας, καί κατέσφαζαν τούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Τό κάθε πλοίο έφερε τό όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας του κάθε καπετάνιου, όπως Βάλτος, Μωρηάς, Ρούμελη, Όλυμπος, Κασάντρα ενώ γενικός αρχηγός του στόλου είχε οριστεί ο Γιάννης Σταθάς.

Ο Μπαχλάβας επανήλθε στή Θεσσαλία καί κύρηξε επανάσταση στίς 29 Μαΐου 1808, επέτειο της άλωσης της Πόλης. Ο Αλή πασάς αντέδρασε αμέσως καί έστειλε τόν γιό του Μουχτάρ μέ πέντε χιλιάδες Τούρκους καί Αλβανούς γιά νά καταστείλει τήν επανάσταση. Ο Μουχτάρ, βοηθούμενος από τόν προδότη αρματωλό του Μετσόβου Δεληγιάννη, Σύλληψις του παπά Θύμιου Μπλαχάβα αιφνιδίασε τα αδέλφια Δημήτρη καί θεόδωρο Μπαχλάβα πού είχαν οχυρωθεί στό Καστράκι των Μετεώρων μέ εξακόσιους Ρωμηούς καί τούς εξόντωσε μέχρι ενός. Τά κεφάλια των πεσόντων τά πάστωσε καί τά έστειλε στά Γιάννενα. Ο παπά Θύμιος πού δέν πρόλαβε νά βοηθήσει τά αδέλφια του, συνελήφθη ύστερα από δόλο καί ο βεζύρης των Ιωαννίνων τόν βασάνισε απάνθρωπα, όπως εκείνος γνώριζε, γιά νά του αποκαλύψει καί άλλα ονόματα επαναστατών. Ο Σπύρος Μελάς περιγράφει τό μαρτύριο του Μπαχλάβα: "Τόν ξαπλώσανε πάνω στό μακρύ πάγκο, τόν δέσανε μάνι-μάνι μέ τίς αλυσίδες απ'τό στήθος, τή μέση, του περάσανε τά σιδερένια βραχιόλια, χέρια καί πόδια. Τους είχανε κάνει μαστόρους, ειδικούς καί σπουδαίους στην τέχνη, αυτούς τούς γύφτους, τους ατσίγγανους μπόγηδες. Κι'αρχίζουνε, μέ τά χαντζάρια, νά τόν λιανίζουνε σαν τό κριάρι. Καί δέ βιάζονται - δέ βιάζονται καθόλου. Μιά πρώτη χαντζαριά του κόβει τά δάχτυλα των ποδιών. Τό αίμα τινάζεται, άλικα, μικρά συντριβάνια. Καί δέυτερη χαντζαριά καί τρίτη καί τέταρτη. Του λιανίζουνε τά χέρια, του ανοίγουνε τά σπλάχνα.
- Μαρτύρα ορέ Βλαχάβα!
Μα ο παπα-Θύμιος δέν μίλησε.."

.

Θρυλικά ονόματα της κλεφτουριάς πού έδρασαν στά Αγραφα καί στό Καρπενήσι ήταν του Τσόγκα, του Λιακατά, του Δίπλα, του Λεπενιώτη, του Χασιώτη, του Μπουκουβάλα, του Λιβίνη, του Καφρίτσα, του Κατσικογιάννη και του Κατσαντώνη. Ο Κατσαντώνης ήταν Σαρακατσάνος γεννήθηκε τό 1775 καί από μικρός πήρε τά βουνά μαζί μέ τά αδέλφια του Γιώργο (Χασιώτη) καί Κώστα (Λεπενιώτη) καί ενώθηκε μέ τούς κλέφτες του θείου του, τού περίφημου Δίπλα. Ο Αλής τόν έπιασε καί τόν φυλάκισε, σέ ηλικία 25 ετών καί του πρότεινε να γίνει τζοχαντάρης (σωματοφύλακας). Οταν αυτός αρνήθηκε τόν βασάνισε, τόν φυλάκισε αλλά εκείνος κατόρθωσε νά δραπετεύσει καί ορκίστηκε νέ εκδικηθεί τον τύραννο.

Η πρώτη σύγκρουση του Κατσαντώνη με τους Τουρκαλβανούς έγινε στην Τριφύλλα της Ευρυτανίας το 1802, όπου οι 300 Τουρκαλβανοί υπό τον δερβέναγα Ιλιάσμπεη έπαθαν πανωλεθρία και ο ίδιος ο αγάς σκοτώθηκε από τον Κατσαντώνη. Ο αιμοσταγής Γιουσούφ Αράπης ανέλαβε νά εξοντώσει τότε τόν οπλαρχηγό. Λεηλατώντας τά χωριά του Βάλτου καί του Ξηρόμερου, ο Γιουσούφ προκαλούσε τόν Κατσαντώνη νά έρθει νά τόν αντιμετωπίσει. Ο Ρωμηός καπετάνιος διάλεξε ο ίδιος τή θέση καί τό χρόνο της μάχης, η οποία έγινε στήν Κατούνα του Βάλτου καί κατέληξε μέ τήν εξόντωση 150 Αλβανών μισθοφόρων καί του αρχηγού τους Κουτσομουσταφάμπεη. Τόν Ιούλιο του 1806 στήν περιοχή Του πουλιού η βρύση, κοντά στό Κεράσοβο Ευρυτανίας, νίκησε τόν Χασάν Μπελούση μέ τούς Αρβανίτες του. Ο Αλής είχε λυσσάξει από τίς συνεχείς νίκες του γκιαούρη καί έστειλε τόν καλύτερο αξιωματικό του, τόν Βεληγκέκα γιά νά τόν εξοντώσει. Συναντήθηκαν στή θέση Αλαμάνου των Αγράφων τό Μάη του 1807. Ο Κατσαντώνης μονομάχησε μέ τόν Βεληγκέκα καί τόν σκότωσε, μέ αποτέλεσμα οι Αλβανοί νά υποχωρήσουν τρομοκρατημένοι. Τον Βελη-Γκέκα τον έφεραν στη Χρύσω και τον έθαψαν στο "Τουρκόμνημα", μέσα σε λαξευτό μνήμα. Απ' αυτό σώζονται και σήμερα ακόμη δυο πέτρες του και ένα κιονόκρανο. Ο Κατσαντώνης έγινε ο θρύλος των Αγράφων, ο φόβος και ο τρόμος των Τορυρκαλβανών καί των κοτζαμπάσηδων, αλλά και ο στοργικός προστάτης καί αγαπημένος των χριστιανών και των αδικημένων. Μόνιμα και σίγουρα στέκια του καπετάνιου ήσαν τα Μοναστήρια της Τατάρνας και τ' Αι-Γιαννιού στο Παλαιοκάτουνο. Τον Ιούνιο του 1807 ο Κατσαντώνης μαζί με το Γερο-Δίπλα, τον Κίτσο Μπότσαρη (γιό του Γιώργου καί πατέρα του Μάρκου) και άλλους καπεταναίους έδωσαν γενναία μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα Μανώλη, κοντά στό μοναστήρι της Τατάρνας. Στη μάχη εκείνη πιάστηκε αιχμάλωτος ο Κατσαντώνης, αλλά ο Γερο-Δίπλας θέλοντας να τον σώσει, έπεσε ο ίδιος ανάμεσα στους Τούρκους λέγοντας τους πως αυτός είναι ο Κατσαντώνης και όχι εκείνος, ο πραγματικός που συλλάβανε. Οι Τούρκοι, που δε γνώριζαν τον Κατσαντώνη, τον πίστεψαν και σκότωσαν το γέρο-Δίπλα. Έτσι σώθηκε τότε ο "αετός των Αγράφων", χάρη στήν αυτοθυσία του θείου του.

Τό καλοκαίρι του 1808, ο Κατσαντώνης αρρώστησε καί βρήκε καταφύγιο μαζί μέ τόν αδελφό του Χασιώτη καί πέντε παλληκάρια σέ μία σπηλιά στό Μοναστηράκι των Αγράφων. Ο Αλής, ενήμερος από τούς χαφιέδες του, έστειλε τόν Αγο Μουχουρτάρη νά ανακαλύψει "πάση θυσία" τόν Ρωμιό καπετάνιο. Μετά από προδοσία ο Μουχουρτάρης ανακάλυψε τό κρησφύγετο, συνέλαβε τά δύο αδέλφια καί τά οδήγησε στά Γιάννενα. Εκεί σύμφωνα μέ τόν Yemeniz: "Οι δύο φυλακισμένοι καταδικάστηκαν νά συρθούν στόν τόπο εκτέλεσης, κάτω από ένα πελώριο πλατάνι, στήν πύλη των Ιωαννίνων καί νά τούς συντρίψουν τά μέλη πάνω στό αμόνι. Ο πασάς παρευρίσκονταν καθισμένος στή σκιά του πλατανιού καί απολάμβανε τό θέαμα των δύο αδελφιών νά συντρίβονται τά κόκκαλά τους καί νά βογκούν από τούς πόνους."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...